Εδώ και ένα, περίπου, χρόνο, από τη στιγμή που οι "μεγαλόψυχοι" εταίροι μας σε Ευρώπη και Αμερική, προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Οικονομία μας ήταν μια φούσκα που πρέπει, επιτέλους, να ξεφουσκώσει, όλοι κάνουν λόγο για ανάγκη υποτίμησης της Ελλήνικής Οικονομίας. Αν δεν είχαμε το ευρώ ως κοινό νόμισμα, θα μπορούσαμε να υποτιμήσουμε τη δραχμή και θα βοηθούσαμε, έτσι, τη μηχανή της Ανάπτυξης να πάρει και πάλι μπρος με την ανταγωνιστικότητα. Το εργαλείο, όμως, της υποτίμησης του νομίσματος δεν βρίσκεται στην εργαλειοθήκη της Οικονομίας μας και για το λόγο αυτό πρέπει να υποτιμήσουμε τα μεγέθη της και να βρεθούμε σε επίπεδα προ του ευρώ.
Έτσι, λοιπόν, εδώ και έναν χρόνο, ξεκίνησε η επίθεση εναντίον των μισθών και των συντάξεων, των επιδομάτων και όλων των εργασιακών και μισθολογικών κατακτήσεων, που χρειάστηκε κόπος, αγώνες, ακόμη και αίμα, για να κατακτηθούν. Μέσα σ' έναν χρόνο καταργήθηκαν δικαιώματα που χρειάστηκαν δεκαετίες για να εδραιωθούν και όλα αυτά στο όνομα μιας αμφίβολης ανταγωνιστικότητας, χωρίς ούτε μια διαρθρωτική αλλαγή.
Αυτή την ώρα, που ετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε, για μία ακόμη φορά, την Τρόικα του Μνημονίου, και μαζί της ακόμη μία σειρά από υποχρεώσεις που απορρέουν από τον αποικιοκρατικού χαρακτήρα δανεισμό, αναρωτιόμαστε γιατί η Κυβέρνησή μας δεν είχε τα κότσια να κάνει μια πραγματική υποτίμηση της ελληνικής Οικονομίας. Και τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι μαζί με τους μισθούς και τις συντάξεις θα έπρεπε να γυρίσει στα επίπεδα της δεκαετίας του '90 και το κόστος ζωής. Θα έπρεπε η τιμή της βενζίνης να πέσει στις 200 δραχμές (59 λεπτά το λίτρο), το τιμολόγιο της ΔΕΗ να πέσει, τουλάχιστον 50%, τα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών να επανέλθουν στις 100 δραχμές (30 λεπτά) και οι τιμές των διοδίων 3 φορές χαμηλότερα. Και φυσικά, τα χρέη μας προς τις τράπεζες, εκεί που μας έριξαν με τις πολιτικές τους οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, θα έπρεπε να υποτιμηθούν κι αυτά, έτσι όπως βιαίως υποτιμήθηκε και η ζωή μας, χωρίς να έχουμε περιθώριο αντίδρασης.
Αν είχε το σθένος και την τιμιότητα να τα κάνει όλα αυτά η κυβέρνησή μας, τότε όλοι θα δείχναμε κατανόηση. Θα πιστεύμαε ότι υπάρχει σχέδιο που θα μας βγάλει από την κρίση και ότι οι πολιτικοί μας είναι πατριώτες και όχι εθνικοί μειοδότες. Και έτσι, καμία επιχείρηση δεν θα έκλεινε, κανένας νέος άνεργος δεν θα γραφόταν στις λίστες του ΟΑΕΔ, η μελαγχολία και η κατήφεια δεν θα είχαν φωλιάσει στις ψυχές μας. Κι ας μην είχαμε χρήματα να αγοράσουμε ακριβά αυτοκίνητα (και με ένα σαραβαλάκι το ίδιο ευτυχισμένοι θα είμαστε), κι ας μην μπορούσαμε να ντυθούμε με Gucci και Prada και Armani και Levis. Θα ανακαλύπταμε, όμως, και πάλι τα ελληνικά προϊόντα και θα βοηθούσαμε την αγορά να πάρει τα πάνω της. Θα είχαμε κρατήσει ψηλά το ηθικό μας και το χαμόγελο στα χείλη μας. Και θα είχαμε το κουράγιο να στηρίξουμε όλοι μαζί την εθνική προσπάθεια.
Γι αυτό ζητάμε, εδώ και τώρα, υποτίμηση του κόστους ζωής. Λέμε ναι στην υποτίμηση των εισοδημάτων μας, αλλά με ταυτόχρονη υποτίμηση των εξόδων και των χρεών μας. Αυτό σημαίνει υποτίμηση της Εθνικής μας Οικονομίας. Και κάπως έτσι, θα πλήρωναν για την κρίση και οι τραπεζίτες που θησαύριζαν για δεκαετίες, εις βάρος μας. Θα πλήρωναν το μερίδιό τους στην κρίση που οι ίδοι προκάλεσαν και για την οποία κανείς δεν είχε, ως τώρα, τα κότσια να τους δώσει τον λογαριασμό.
Έτσι, λοιπόν, εδώ και έναν χρόνο, ξεκίνησε η επίθεση εναντίον των μισθών και των συντάξεων, των επιδομάτων και όλων των εργασιακών και μισθολογικών κατακτήσεων, που χρειάστηκε κόπος, αγώνες, ακόμη και αίμα, για να κατακτηθούν. Μέσα σ' έναν χρόνο καταργήθηκαν δικαιώματα που χρειάστηκαν δεκαετίες για να εδραιωθούν και όλα αυτά στο όνομα μιας αμφίβολης ανταγωνιστικότητας, χωρίς ούτε μια διαρθρωτική αλλαγή.
Αυτή την ώρα, που ετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε, για μία ακόμη φορά, την Τρόικα του Μνημονίου, και μαζί της ακόμη μία σειρά από υποχρεώσεις που απορρέουν από τον αποικιοκρατικού χαρακτήρα δανεισμό, αναρωτιόμαστε γιατί η Κυβέρνησή μας δεν είχε τα κότσια να κάνει μια πραγματική υποτίμηση της ελληνικής Οικονομίας. Και τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι μαζί με τους μισθούς και τις συντάξεις θα έπρεπε να γυρίσει στα επίπεδα της δεκαετίας του '90 και το κόστος ζωής. Θα έπρεπε η τιμή της βενζίνης να πέσει στις 200 δραχμές (59 λεπτά το λίτρο), το τιμολόγιο της ΔΕΗ να πέσει, τουλάχιστον 50%, τα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών να επανέλθουν στις 100 δραχμές (30 λεπτά) και οι τιμές των διοδίων 3 φορές χαμηλότερα. Και φυσικά, τα χρέη μας προς τις τράπεζες, εκεί που μας έριξαν με τις πολιτικές τους οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, θα έπρεπε να υποτιμηθούν κι αυτά, έτσι όπως βιαίως υποτιμήθηκε και η ζωή μας, χωρίς να έχουμε περιθώριο αντίδρασης.
Αν είχε το σθένος και την τιμιότητα να τα κάνει όλα αυτά η κυβέρνησή μας, τότε όλοι θα δείχναμε κατανόηση. Θα πιστεύμαε ότι υπάρχει σχέδιο που θα μας βγάλει από την κρίση και ότι οι πολιτικοί μας είναι πατριώτες και όχι εθνικοί μειοδότες. Και έτσι, καμία επιχείρηση δεν θα έκλεινε, κανένας νέος άνεργος δεν θα γραφόταν στις λίστες του ΟΑΕΔ, η μελαγχολία και η κατήφεια δεν θα είχαν φωλιάσει στις ψυχές μας. Κι ας μην είχαμε χρήματα να αγοράσουμε ακριβά αυτοκίνητα (και με ένα σαραβαλάκι το ίδιο ευτυχισμένοι θα είμαστε), κι ας μην μπορούσαμε να ντυθούμε με Gucci και Prada και Armani και Levis. Θα ανακαλύπταμε, όμως, και πάλι τα ελληνικά προϊόντα και θα βοηθούσαμε την αγορά να πάρει τα πάνω της. Θα είχαμε κρατήσει ψηλά το ηθικό μας και το χαμόγελο στα χείλη μας. Και θα είχαμε το κουράγιο να στηρίξουμε όλοι μαζί την εθνική προσπάθεια.
Γι αυτό ζητάμε, εδώ και τώρα, υποτίμηση του κόστους ζωής. Λέμε ναι στην υποτίμηση των εισοδημάτων μας, αλλά με ταυτόχρονη υποτίμηση των εξόδων και των χρεών μας. Αυτό σημαίνει υποτίμηση της Εθνικής μας Οικονομίας. Και κάπως έτσι, θα πλήρωναν για την κρίση και οι τραπεζίτες που θησαύριζαν για δεκαετίες, εις βάρος μας. Θα πλήρωναν το μερίδιό τους στην κρίση που οι ίδοι προκάλεσαν και για την οποία κανείς δεν είχε, ως τώρα, τα κότσια να τους δώσει τον λογαριασμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου